OI ΑΝΙΚΑΝΟΙ: όψεις της αποτυχίας της πολιτικής τάξης στην Ελλάδα

0
53

«Να ψάχνετε πίσω από τα κινήματα της διαμαρτυρίας, πίσω ακόμα και από τα αιτήματα τους, για να βρείτε τα δύο-τρία εκείνα συναισθήματα που έκαναν ανθρώπους, κατά τα άλλα τόσο διαφορετικούς, και μπλεγμένους στην ρουτίνα τους και την κοινωνική ένδεια, να βγουν από την ατομική τους ζωή, να έρθουν κοντά. Τι μας μαθαίνουν;». 

Αυτό μας είχε ζητήσει να κάνουμε η Ιζαμπέλα Γκαρώ, σημαντική Γαλλίδα κοινωνιολόγος, σε μία συνάντηση σε κάποιον αυτοδιαχειριζόμενο από τη γειτονιά χώρο στα Παρισινά προάστια, την περίοδο της κορύφωσης των δράσεων των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία. 

Όλα τα κινήματα διαμαρτυρίας, οργανωμένα, ή ανοργάνωτα, θεματοποιούν την καθημερινή ζωή και τη συναισθηματική σχέση ανθρώπων με πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. 

Χρειάστηκε μία ανείπωτη τραγωδία για να καταλάβουμε πίσω από τις διθυραμβικές εξαγγελίες της πολιτικής τάξης για έργα και επενδύσεις, για ανάπτυξη και ευημερία, τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας που μοιραζόμαστε. Τα συναισθήματα της οδύνης, και στη συνέχεια της οργής, θεματοποιήσαν κάτι που όλες λίγο ή πολύ βιώναμε και υποπτευόμασταν: την ανικανότητα της πολιτικής τάξης στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα είναι η χώρα που καταγράφει διαχρονικά τα χαμηλότερα ποσοστά κοινωνικής εμπιστοσύνης (μετά τη Βουλγαρία του 6,6%– 8,4% εμείς, 60%-70% οι τρεις πρώτες σκανδιναβικές χώρες), ανεξάρτητα από τον τρόπο που τα ορίζει και μετράει κανείς (συνήθως με ερωτηματολόγιο που σου ζητούν να εκφράσεις την επιδοκιμασία σου για θεσμούς ή για ανθρώπους). 

Το αντίθετο της εμπιστοσύνης, που βιώνουμε ως συνθήκη για τους γείτονες μας, και για τους θεσμούς και ρόλους με τους οποίους συνδιαλεγόμαστε σε καθημερινή βάση (γιατρούς, οδηγούς λεωφορείων, εμπόρους, δημοσιογράφους, δικαστές, κρατικούς λειτουργούς), είναι η ανασφάλεια, η κατάρρευση των κοινωνικών δεσμών. 

Η χαμηλή εμπιστοσύνη δεν είναι ούτε η αποκοτιά των Ελλήνων και της κουλτούρας τους, που τους έβρισκε πάντα διαιρεμένους κτλ., ούτε και κάτι στο DNA τους. Εμπιστοσύνη και κοινωνικός δεσμός υπάρχουν εκεί που υπάρχουν οργανωμένα και αποτελεσματικά δίκτυα κοινωνικής προστασίας, πολιτικής συμμετοχής, και αναδιανομής του εισοδήματος, από τους πλούσιους προς τους πιο αδύναμους. Οτιδήποτε άλλο προκαλεί την απομόνωση στον εαυτό, την ιδιοτέλεια για επιβίωση, τους χειρότερους κοινωνικούς αυτοματισμούς (προβλήματα στο σπίτι, προβλήματα στην κοινωνική συμπεριφορά, πολιτικό εξτρεμισμό, εγκληματικότητα κτλ.).

Τα κενά στις υπηρεσίες και στην κάλυψη του ιδιωτικού κόστους στο σύστημα δημόσιας υγείας εν μέσω πρωτοφανών απειλών οδηγούν τους πολίτες, κυρίως τους αδύνατους, που εξαρτώνται από αυτό, στο συναίσθημα της μόνιμης αγωνίας για την υγεία των ίδιων και των ανθρώπων που φροντίζουν. 

Η ταλαιπωρία από τις καθυστερήσεις και τον συνωστισμό στα μέσα μαζικής μεταφοράς ρουφάει κάθε ίχνος ζωής πριν ακόμα φτάσει ο εργαζόμενος των 700 ευρώ, συνήθως ο νέος κάτω των 30, άλλα μετά την κρίση, όχι μόνο, στην επισφαλή εργασία του.

Οι πλειστηριασμοί και η εμμονική σχεδόν αναδιανομή των εισοδημάτων προς τα πάνω στο όνομα μία ανάπτυξης και ενός νέου παραγωγικού μοντέλου με εκπτώσεις στην περιβαλλοντική προστασία ματαιώνει διαρκώς την ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Η ολιγαρχικοποίηση των Μέσων Ενημέρωσης, σε συνδυασμό με την φεουδαρχική σχεδόν οργάνωση της πολιτικής ζωής από τα κόμματα (=οι δικοί μου, οι δικοί σου κτλ.) που τα οδηγεί στην διαπλοκή, υποχρεώνει ακόμα και τους πιο ακέραιους κατά τα άλλα ανθρώπους σε έναν αγώνα να αποδείξουν στο ρόλο τους κάτι στους υψηλά προϊστάμενους τους επιχειρηματίες και στα κομματικά επιτελεία για να βγάζουν το ψωμί τους. Δεν υπάρχει λόγος να εμπιστευτείς μία είδηση όταν ξέρεις ότι αυτή βγαίνει κατ’ υπόδειξη, έναν λόγο πολιτικού όταν ξέρεις ότι αυτός είναι ο λόγος ενός επικοινωνιολόγου.

Οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη ή στη διοίκηση και η στενή τους εξάρτηση με την πολιτική τάξη οδηγεί στην ίδια ακριβώς δυσπιστία, ακόμα και αν ο δικαστής ήταν πραγματικά αδέκαστος, ή αν ο υπάλληλος δεν αισθανόταν έρμαιο του κάθε φίλου ενός Υπουργού που ήρθε ως προϊστάμενος του για να του υποδεικνύει πως να κάνει τι. 

Η κλιματική κρίση καταστρέφει δάση, θάλασσες, παραγωγές, βίους ολόκληρους.

Στα παραπάνω υπάρχουν φυσικά αντίρροπες δυνάμεις, άνθρωποι ακέραιοι, που με πνεύμα ανεξάρτητο και διάθεση για προσφορά, διαφοροποιούνται από την κυρίαρχη πολιτικά μάζα των χειροκροτητών, των κολάκων, και των αδιάφορων. Έχουμε χρέος να τους εντοπίσουμε, και να σταματήσουμε το τσουβάλιασμα, γιατί η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν μπορεί να ξεκινήσει από το μηδέν – πρέπει να ζωογονήσουμε όσα απενεργοποιούνται και όσα μας παρέδωσαν οι αγώνες των προηγούμενων και όσων προσπαθούν ειλικρινά σήμερα.

Όμως οι αδικίες αυτές έχουν χρονίσει πια, και οι ματαιώσεις είναι πάρα πολλές, κυρίως για τους νεότερους ανθρώπους που και μορφωμένοι είναι, και ενημερωμένοι για άλλες πολιτείες. Όπου χωρίς οι μεγάλες τάσεις να είναι καλύτερες (ολιγαρχικοποίηση, ανισότητες, ξήλωμα του κοινωνικού κράτους) τουλάχιστον κάποια πράγματα λειτουργούν. 

Η επισφάλεια και η ανασφάλεια, οι ματαιώσεις και τώρα η οδύνη, έγιναν οργή και για πρώτη φορά στοχεύουν εκεί που πρέπει: στο τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο με την ζοφερή πραγματικότητα του «πάμε και όπου βγει». 

Καμία άλλη φράση δεν συνοψίζει καλύτερα την ανικανότητα της πολιτικής τάξης στην Ελλάδα, καμία δεν θα μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις επίσημες ιδεολογίες – για αποτελεσματική διοίκηση, αξιοκρατία, ανεξαρτησία και απόλαυση της ελευθερίας των πολιτών, για ίση ποιότητα ζωής – από την ορατή και αόρατη πραγματικότητα, έτσι όπως γίνεται αντιληπτή από τις περισσότερες από εμάς όταν έχουμε ανάγκη από γιατρό, ή όταν χρησιμοποιούμε τα μέσα μεταφοράς. 

Τα λάθη και οι παραλείψεις ανίκανων ή αδιάφορων ανθρώπων, που στη θέση του χτισίματος ενός πυκνού κοινωνικού δεσμού αντιλαμβάνονται μόνο την ευημερία των αριθμών και την υγεία της οικογένειας τους, στοιχίζουν

Έχουμε μπροστά μας για πρώτη φορά μία κινητοποίηση που το έχει καταλάβει. 

Καιρός για ενδοσκόπηση και αλλαγές.