Τσίπρας: «Υπό δίωξη» ο πολιτισμός στην Ελλάδα

0
74

Για επιλογή της «βαρβαρότητας» έναντι του «πολιτισμού» κατηγόρησε την κυβέρνηση ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας, σε παρέμβασή του σήμερα στη Βουλή επί του νομοσχεδίου για τα Μουσεία, ενώ τόνισε πως ο πολιτισμός και οι άνθρωποί του είναι «υπό δίωξη».

«Για άλλη μια φορά είναι υπό δίωξη ο πολιτισμός και οι άνθρωποί του. Συστηματικά και σχεδιασμένα από μια κυβέρνηση που συμπεριφέρεται σαν καθεστώς και σε κάθε της βήμα προσπαθεί να επιβάλει τη βαρβαρότητα», υπογράμμισε ο Αλ. Τσίπρας και συνέχισε κάνοντας λόγο για «τη βαρβαρότητα της εργασιακής ζούγκλας και της ελαστικής εργασίας, τη βαρβαρότητα των παρακολουθήσεων και των εκβιασμών, τη βαρβαρότητα της ακρίβειας, της αισχροκέρδειας και της λεηλασίας του εισοδήματος, τη βαρβαρότητα των εκατοντάδων χιλιάδων πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας για χρέη λίγων χιλιάδων ευρώ, από το κόμμα του Πάτση που χρωστάει πάνω από 400 εκατ. στις τράπεζες».

«Στο δίλημμα λοιπόν, πολιτισμός ή βαρβαρότητα, εσείς έχετε επιλέξει τη βαρβαρότητα. Και επιχειρείτε να την επιβάλετε και στον πολιτισμό. Υποτάσσοντας, απαξιώνοντας, εξουθενώνοντας τους ανθρώπους του», τόνισε, εγκαλώντας την κυβέρνηση για «εξυπηρέτηση συμφερόντων» αλλά και για «καθεστωτική αντίληψη» που επιβάλει «να γίνουμε όλοι Ο ΚΑΝΕΙΣ, όπως έλεγε η αείμνηστη Μελίνα».

«Το καθεστώς των ανισοτήτων και του αυταρχισμού έχει ανάγκη από ένα πολιτιστικό καθεστώς αφωνίας, συντηρητικής ιδεοληψίας, δουλικότητας, ελλείμματος αισθητικής και πλεονάσματος αναισθησίας. Γιατί η Τέχνη είναι από τη φύση της ανυπάκουη, απείθαρχη, αιρετική, και μόνο τότε είναι Τέχνη», είπε χαρακτηριστικά.

Ειδικότερα, ο Αλ. Τσίπρας κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μεταξύ άλλων επιχειρεί «να μετατρέψει ακόμα και τα μουσεία από χώρους πολιτισμού σε χώρους εμπορίου», ενώ παράλληλα στοχεύει στη φυλάκιση «στο περιθώριο» των παιδιών των καλλιτεχνικών σχολών, τα οποία αντιμετωπίζει «σαν πελατεία για τα ιδιωτικά κολλέγια των φίλων τους» και «σαν ανθρώπους μειωμένης αντίληψης».

Επιπρόσθετα, καταλόγισε στην κυβέρνηση ότι «επιτίθεται με διαρροές και ψέματα στους καθηγητές τους, που είχαν το θάρρος να παραιτηθούν», με τη βοήθεια των «κραταιών» μέσων ενημέρωσης, καθώς κανένα από τα οποία, όπως είπε, δεν έχει καλύψει τις συναυλίες και τις συγκεντρώσεις χιλιάδων ανθρώπων.

«Αυτά τα παιδιά είναι το μέλλον και όχι οι Πάτσηδες ή τα παιδιά των αρχιδικαστών που σιτίζονται στο καθεστωτικό πρυτανείο και συνεργάζονται με τα funds που απεργάζονται τη μεγαλύτερη ληστεία της ιστορίας εναντίον της κοινωνίας. Και δεν έχουν την ελάχιστη τσίπα, τουλάχιστον να παραιτηθούν, όταν ο Άρειος Πάγος δικάζει και καταδικάζει το μέλλον 700.000 ιδιοκτησιών σε πλειστηριασμούς», υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Απευθυνόμενος στην υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, τόνισε ότι «ο κόσμος της Τέχνης και του Πολιτισμού βρίσκεται στους δρόμους του αγώνα», σχολιάζοντας ότι «αυτοί είναι οι άριστοι, που έχουν δεκάδες χρόνια σπουδών και τους εξισώνετε με αποφοίτους λυκείου, αυτοί είναι οι άριστοι για την ελληνική κοινωνία και την Ελλάδα». «Και όχι εσείς που κυβερνάτε με αναξιοκρατία, οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία», πρόσθεσε, ενώ απηύθυνε έκκληση στην υπουργό να «πάρει πίσω αυτή τη ρύθμιση που είναι ρύθμιση δίωξης του Πολιτισμού και των ανθρώπων του», επισημαίνοντας ότι «κάτω από το βάρος των κινητοποιήσεων που δεν μπορούν να κρυφτούν», ο κ. Μητσοτάκης «επιτέλους θα δεχθεί να συνομιλήσει με μια αντιπροσωπεία όλων αυτών που δήθεν δεν ξέρουν, δήθεν δεν είναι καλά ενημερωμένοι». «Σας συμβουλεύω, να μην επιχειρήσει για άλλη μια φορά να τους εξαπατήσει. Ένα πράγμα μόνο οφείλει να τους πει: Το ΠΔ αποσύρεται. Και συγγνώμη για τη λάσπη που εκτοξεύτηκε εναντίον σας όλον αυτό τον καιρό», δήλωσε.

Συγκεκριμένα, για το νομοσχέδιο για τα Κρατικά Μουσεία, το οποίο τα μετατρέπει, όπως είπε «σε νομικά πρόσωπα με διορισμένες διοικήσεις», σχολίασε πως «είναι και αυτό μια ακόμη πλευρά της βαρβαρότητας». «Ακόμα και οι αρχαίοι θησαυροί της πατρίδας μας, η ιστορία μας, η ψυχή μας, γίνεται αντικείμενο εμπορίας και εκμετάλλευσης», συμπλήρωσε, και το χαρακτήρισε «πρωτοφανή προσβολή στο ιστορικό και πολιτισμικό φορτίο της Ελλάδας», κάνοντας λόγο για «αναδιανομή και στα δημόσια μνημεία και μουσεία», «υπέρ των ελίτ και του πλούτου».

Καταλόγισε στην κυβέρνηση την «πρόθεση» να γίνεται η διαχείριση των κρατικών μουσείων «με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, στα όρια της εμπορευματοποίησης, και με τον σκληρό ανταγωνισμό ανάμεσα στα μουσεία για χρηματοδοτήσεις και χορηγίες». «Ο χυδαίος πολιτισμός των ιδρυμάτων, των χορηγών, των ευεργετών, των ισχυρών, των ελίτ, στη θέση μιας συντεταγμένη κρατικής πολιτικής για τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μουσείων», είπε χαρακτηριστικά, επικρίνοντας τη «Δεξιά» για την «παλαιοντολογία» της καθώς και για «στείρα και ιδιοτελή αρχαιολατρία και «κλασική καθαρότητα», που έρχονται να καλύψουν τη σημερινή πολιτιστική αλλά και γενικότερη λάσπη». Έθιξε, μάλιστα, και περαιτέρω ζητήματα που προκύπτουν από το εν λόγω νομοσχέδιο, όπως την αποκοπή των μικρών, περιφερειακών μουσείων από τα μεγάλα και από τους αναγκαίους πόρους, την «άμεση» επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων για τους σημερινούς και τους μελλοντικούς εργαζόμενους. «Ενώ όλα αυτά συμβαίνουν με την επίφαση της άρτιας ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας, δεν υπάρχει καν μελέτη βιωσιμότητας για το όλο πλάνο», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας, προειδοποιώντας ότι ο «μεγαλύτερος κίνδυνος» είναι η «ίδρυση παραρτημάτων στο εξωτερικό» που «θα μετατρέψει σε κανονικότητα τη μακροχρόνια, ή ακόμα και μόνιμη εξαγωγή της πολιτιστικής κληρονομιάς μας».

Κλείνοντας ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναφέρθηκε στις «δεσμεύσεις» του κόμματός του για την επόμενη μέρα, οι οποίες στηρίζονται, όπως είπε, στο «σεβασμό» στην τέχνη και στους ανθρώπους της και περιλαμβάνουν: «την ακαδημαϊκή και επαγγελματική αναγνώριση των πτυχίων των ανώτερων καλλιτεχνικών σχολών στο επίπεδο ΤΕ», «τη θέσπιση ολοκληρωμένης δημόσιας ανώτατης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης για τις παραστατικές τέχνες», «τη διασφάλιση συλλογικών συμβάσεων για καλλιτέχνες και εργαζόμενους του Πολιτισμού», «την προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και την οργανική ένταξή της στη βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη», «τη διεκδίκηση για μόνιμη επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα» και «την ακύρωση των μουσείων-νομικών προσώπων με τις διορισμένες διοικήσεις».

«Γιατί στο τέλος της ημέρας, η στήριξη του Πολιτισμού και των ανθρώπων του, ο σεβασμός απέναντι στην ιστορία και την παράδοση για μας δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ μια κομματική θέση. Αλλά μια αταλάντευτη και αδιαπραγμάτευτη εθνική επιταγή. Και ηθική υποχρέωση», κατέληξε.

Τι αναφέρει το νομοσχέδιο για τα μουσεία

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου, ιδρύονται πέντε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και συγκεκριμένα δύο με έδρα την Αθήνα, φέροντα τις επωνυμίες «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο» και «Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο», αντίστοιχα, δύο με έδρα τη Θεσσαλονίκη, φέροντα τις επωνυμίες «Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης» και «Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού», αντίστοιχα, και ένα εδρεύον στην Κρήτη με την επωνυμία «Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου». Τα εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. αναλαμβάνουν τις αρμοδιότητες των ειδικών περιφερειακών υπηρεσιών της γενικής διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς της γενικής γραμματείας Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ), των περ. α) έως ε) του άρθρου 28 του π.δ. 4/2018 (Α’ 7), οι οποίες, σήμερα, λειτουργούν ως διοικητικές δομές του ΥΠΠΟΑ.

Σύμφωνα με την υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, Λίνα Μενδώνη, το νομοσχέδιο στοχεύει στον εκσυγχρονισμό των μουσείων, «στην ανάγκη για αλλαγή στον τρόπο διοίκησης των συγκεκριμένων δημόσιων μουσείων, καθώς και της διεύρυνσης των δραστηριοτήτων και δράσεων τους στο πλαίσιο πάντα των δημόσιων πολιτικών, που χαράσσει το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και της αρχαιολογικής νομοθεσίας».

«Ο εκσυγχρονισμός δεν είναι μια φάση ή ένα στάδιο ανάπτυξης. Είναι μια διαρκής κοινωνική διεργασία. Προϋποθέτει ότι οι υπάρχουσες μορφές κοινωνικής οργάνωσης είναι και παραμένουν ανοιχτές, επιτρέπουν μεταβολές, προσαρμογές και διεύρυνση των ρυθμιστικών δυνατοτήτων σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στον πολιτισμό. Άποψη των οπαδών της οπισθοδρόμησης και της ήσσονος προσπάθειας στον πολιτισμό ήταν και παραμένει ότι μπορούμε να ακολουθήσουμε εύκολους δρόμους ή να μην καταβάλλουμε προσπάθεια για ανάπτυξη ή αλλαγή, μένοντας επί της ουσίας στάσιμοι και αδρανείς. Σε αυτό άλλωστε αφορά και το σχόλιο ότι τολμάμε να αλλάξουμε τη μουσειακή πολιτική μετά από 150 χρόνια. Μετά από 150 χρόνια τολμούμε να κάνουμε αλλαγές. Σε άλλη περίπτωση θα επρόκειτο για μια αντίληψη που δεν συμβιβάζεται με τη σύγχρονη διεθνή και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Σε καμία περίπτωση δεν συμβιβάζεται με μας, και με την Ισχυρή Ελλάδα, που επιθυμούμε», τόνισε.