Μικρομεσαία ελληνική επιχείρηση και επενδύσεις

0
53

Eχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επενδυτικά ταμεία κυρίως ελληνικού μετοχικού ενδιαφέροντος, που κύριο σκοπό έχουν τις επενδύσεις σε μικρομεσαίες παραγωγικές ελληνικές επιχειρήσεις (SMES). Διαχειρίζονται κεφάλαια ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, με στόχο να αναδείξουν τις παραγωγικές δυνατότητες των ελληνικών SMES.

Παράλληλα, μετασχηματίζονται ταχύτατα οι παραγωγικές συνθήκες παγκοσμίως, με κινητήριο δύναμη τη νέα ψηφιακή εποχή, τη διαταραχή της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας, τον αυξανόμενο βαθμό κλαδικής συγκέντρωσης, τη μετάβαση στην πράσινη, «βιώσιμη» ανάπτυξη και τις πολιτικές ESG. Σε αυτό το περιβάλλον, καθίσταται αναγκαία συνθήκη επιβίωσης για τις επιχειρήσεις ο λειτουργικός και επιχειρηματικός μετασχηματισμός τους, που προϋποθέτουν σημαντικά κεφάλαια και συνεπή μεταρρυθμιστική ορμή εκ μέρους των μετόχων τους.

Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν διαφαίνεται ιδιαίτερα ευνοϊκό τα επόμενα δύο τρία χρόνια. Επικρατούν πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, υψηλότερα επιτόκια και πληθωρισμός, ακριβό κόστος ενέργειας και πρώτων υλών, απόσυρση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης που συνδέθηκαν με την πανδημία και τη ρωσοουκρανική κρίση, χαμηλότεροι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης, δυσλειτουργία της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας και υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης.

Οι συνθήκες στην Ελλάδα, παρά τις καθυστερήσεις σε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, είναι θετικότερες, ιδιαίτερα όσον αφορά τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, τη ρευστότητα στις τράπεζες, την κυβερνητική πολιτική προσέλκυση ξένων επενδύσεων, την αξιοποίηση του «Ταμείου Ανάπτυξης», τις δημοσιονομικές ανάγκες της επόμενης δεκαετίας και την πιθανότητα ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας.

Αλλά για τις ελληνικές SMES υπάρχουν ορισμένες ενδογενείς δυσκολίες. Το μέγεθος της ελληνικής αγοράς είναι σχετικά μικρό, ο πληθυσμός φθίνει, η έλλειψη εργατικών χεριών γιγαντώνεται και το κόστος παραγωγής αυξάνεται.

Οι ελληνικές SMES είναι σχετικά μικρού μεγέθους (μέσος κύκλος εργασιών

Προφανώς υπάρχουν SMES που αντιμετωπίζουν με διορατικότητα, σχέδιο και σοβαρή προετοιμασία τις νέες προκλήσεις της αγοράς, αξιοποιώντας όλες τις εναλλακτικές δυνατότητες και χρηματοοικονομικές και τεχνολογικές λύσεις. Κυρίως επενδύουν οι μέτοχοι στις επιχειρήσεις τους, σε συνδυασμό με τα κρατικά προγράμματα στήριξης και τον τραπεζικό δανεισμό, δείχνοντας έμπρακτα την εμπιστοσύνη τους στις δυνατότητες και στο μέλλον των επιχειρήσεών τους.

Αλλά σημαντικός αριθμός ελληνικών SMES έχει καθυστερήσει σημαντικά να υλοποιήσει τους αναγκαίους εταιρικούς μετασχηματισμούς, διστάζει να επενδύσει στο μέλλον με κίνδυνο την αργή φθορά.

Σε αυτή την επιλογή των μετόχων επιδρούν καθοριστικά μια σειρά από παράγοντες που δρουν ανασταλτικά: η δύναμη της συνήθειας, ο φόβος για το καινούργιο, οι αναξιόπιστοι ισολογισμοί και τα αποτελέσματα χρήσεως, οι κρατικές ενισχύσεις που παρέχονται αφειδώς, η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, που λειτουργούν ενίοτε ως άτυπη χρηματοδότηση, ο αδήλωτος κύκλος εργασιών (π.χ. «τα μαύρα») και η παράνομη εργασία, η αργή αντίδραση των πιστωτών στην αντιμετώπιση του εταιρικού υπερδανεισμού και της ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων, οι οικογενειακές διαφορές ανάμεσα στους μετόχους, το έλλειμμα τεχνογνωσίας, η στενότητα ιδίων κεφαλαίων, η επιφυλακτικότητα των μετόχων έναντι θεσμικών επενδυτικών κεφαλαίων, η πεποίθηση των μετόχων ότι η αξία της επιχείρησής τους είναι σημαντικά υψηλότερη της εκτίμησης της αγοράς και τέλος η άρνηση της πραγματικότητας. Αυτή η στρατηγική υστέρηση, αργά ή γρήγορα, θα τις αναγκάσει να λάβουν αποφάσεις, όχι από θέση ισχύος, αλλά με σοβαρά απομειωμένη τη διαπραγματευτική ισχύ και το εύρος των επιλογών τους.

Θα σταθώ αναλυτικότερα σε ένα σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας δυνητικός θεσμικός επενδυτής σε μία SME, αναφορικά με τον χαμηλό βαθμό αξιοπιστίας των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες για την πραγματική οικονομική της κατάσταση.

Ενδεικτικά να αναφέρω ότι τμήμα των εισόδων και του κόστους λειτουργίας δεν απεικονίζονται στον ισολογισμό και στα αποτελέσματα χρήσεως («μαύρα»), δεν ενσωματώνονται στον ισολογισμό οι παρατηρήσεις των ορκωτών ελεγκτών για σχηματισμό μεγαλύτερου ύψους προβλέψεων έναντι γεγενημένων και οριστικών ζημιών ή υποχρεώσεων, διότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν τους το επιβάλλει, η αξία των ακινήτων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων, συμμετοχών και των άυλων περιουσιακών στοιχείων είναι συχνά υπερτιμημένη, η αξία των αποθεμάτων στον ισολογισμό της εταιρείας είναι σε κάποιες περιπτώσεις «φουσκωμένη», στις λογιστικές καταστάσεις απεικονίζονται ενίοτε εγγραφές, απολήψεις ή δάνεια μετόχων, τα οποία συνήθως αφορούν προκαταβολές μετρητών από την εταιρεία προς τους μετόχους, για «άγνωστη» χρήση, χωρίς καλύψεις και πρόγραμμα αποπληρωμής, οι απαιτήσεις προς είσπραξη σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται μεγάλες σε σχέση με τον εμπορικό κύκλο της εταιρείας, ποσοστό των οποίων δεν είναι εισπράξιμο και δεν συνοδεύεται με σχηματισμό των απαιτούμενων προβλέψεων, σε κάποιες περιπτώσεις, τα ίδια κεφάλαια αλλά και τα προσαρμοσμένα ιδία κεφάλαια είναι αρνητικά, χωρίς να κινείται με την αναγκαία ταχύτητα η προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία υποχρεωτικής αύξησης κεφαλαίου.

Υπάρχουν όμως και άλλες ανησυχητικές διαπιστώσεις. Τα διοικητικά συμβούλια των SMES απαρτίζονται από συγγενείς και φίλους, δεν συνέρχονται συνήθως διά ζώσης, δεν υπάρχει εσωτερικός έλεγχος, δεν υπάρχει σαφής οργανωτική και διοικητική δομή, δεν υπάρχει ετήσιος προϋπολογισμός, δεν υπάρχουν κανονισμοί λειτουργίας και προμηθειών, δεν τηρούνται τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, δεν εφαρμόζουν αρχές ESG και περιβαλλοντολογικές πολιτικές, απασχολούν περιοδικά και μη δηλωμένο προσωπικό, υπάρχουν και μη καταγεγραμμένα έσοδα, δεν έχουν ελεγχθεί φορολογικά για πολλά χρόνια, ο τραπεζικός δανεισμός στηρίζεται κυρίως σε εμπράγματες εξασφαλίσεις και προσωπικές εγγυήσεις των μετόχων και υπάρχουν συναλλαγές της SME με συνδεόμενες συγγενικές εταιρείες ή χρεώσεις προσωπικών δαπανών που δημιουργούν ερωτήματα για τη διαφάνεια στον οργανισμό.

Η σαφής βελτίωση της αξιοπιστίας των δημοσιευμένων οικονομικών στοιχείων της κάθε εταιρείας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος. Απαιτούνται νομοθετικές και ρυθμιστικές αλλαγές από την πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά κυρίως αλλαγή νοοτροπίας, αντίληψης και συμπεριφοράς από τους ίδιους τους μετόχους των SMES. Οφείλουν να βελτιώσουν σοβαρά τον εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο, να γίνει αυστηροποίηση των λογιστικών κανόνων με τη γενικευμένη υιοθέτηση των διεθνών λογιστικών προτύπων IFRS, να διευρυνθούν οι ευθύνες των ιδιωτών ελεγκτών και των ελεγκτικών εταιρειών, να αναβαθμιστούν οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και να ενισχυθεί η ενσωμάτωση στους τραπεζικούς χρηματοδοτικούς κανόνες επιχειρήσεων, αυστηρότερων κριτηρίων αξιολόγησης του ισολογισμού, της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων και της ποιότητας της εταιρικής διακυβέρνησης της χρηματοδοτούμενης εταιρείας. Στη σωστή κατεύθυνση θα ήταν επίσης η επιτάχυνση εξυγίανσης εκατοντάδων προβληματικών SMES, που ακόμα σήμερα λιμνάζουν στην αγορά έπειτα από δέκα χρόνια κρίσης, να αξιοποιηθούν τα κίνητρα για συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών, να επιβάλλονται από την πολιτεία έγκαιρα αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου σε εταιρείες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις λειτουργίας και σταδιακά, να καταστεί υποχρεωτική η χρήση μόνο ηλεκτρονικών μέσων πληρωμών σε ευρύτερη γκάμα των επιχειρηματικών λειτουργιών. Στόχος να δημιουργηθούν ισχυρότερα και υγιέστερα εταιρικά σχήματα με βιώσιμο εξωστρεφή προσανατολισμό. Η μεγαλύτερη αλλαγή όμως είναι να συνειδητοποιήσουν οι ίδιοι οι μέτοχοι των SMES ότι η νέα εποχή καθιστά αναγκαία την υλοποίηση σημαντικών εταιρικών μετασχηματισμών, οι οποίοι όμως απαιτούν εταιρικό μέγεθος, κεφάλαια και τεχνογνωσία.

Σε λίγα χρόνια τα χαρτονομίσματα θα γίνουν μουσειακό είδος και όλες οι συναλλαγές αγοράς θα έχουν σοβαρό ηλεκτρονικό αποτύπωμα. To υπόδειγμα επιχείρησης που η κερδοφορία της εξαρτάται από τον αδήλωτο τζίρο, παράνομη εργασία, τις κρατικές ενέσεις, τις κρατικές δουλειές σε συνθήκες αδιαφάνειας, τη φοροδιαφυγή, τα μη ειλικρινά οικονομικά στοιχεία και την ανοχή των πιστωτών στην υπερχρέωση, κλείνει τον κύκλο της, τελειώνει η βιωσιμότητά της. Ολιγωρία λήψης κρίσιμων αποφάσεων αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για το μέλλον της μικρομεσαίας επιχείρησης. Η πρόκληση είναι άμεση και απειλητική για να την αγνοήσουμε.

* Ο κ. Νίκος Καραμούζης είναι πρόεδρος του Smeremediumcap & Grant Thornton, Ελλάδα.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε - στο Google News