Ελλάδα, η χώρα του τριημέρου, του μπλάνκο, της άδειας και του χαβαλέ

0
81

Το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, οι δομικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, η κοινωνική απαίτηση για μεταρρυθμίσεις.

Όσοι επεσήμαιναν τις προηγούμενες δεκαετίες τις δομικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, τσουβαλιάστηκαν εύκολα κάτω από τον γενικό τίτλο «φιλελέδες». Ήταν εύκολο για κάθε τίμιο αριστερό και κάθε «λαϊκό» δεξιό να αποδομήσει τα επιχειρήματα καθώς όλοι θεωρούσαν ότι «δεν υπάρχει κράτος» αλλά αρνούνταν πεισματικά να δεχτούν οποιαδήποτε αλλαγή. Την οποία απέδιδαν σε θατσερικές εμμονές ή γενικότερα συμφέροντα αγνώστου προελεύσεως.

Ακόμη και εξόφθαλμες περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, υπερβολικών προνομίων, ατιμωρησίας και αδιαφορίας, δικαιολογούνταν με κάποιον τρόπο. Όταν και αν επιχειρούνταν αλλαγές εύκολα βαφτίζονταν «επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα» ή «δάκτυλος του μεγάλου κεφαλαίου» με τους πολίτες να δέχονται στωικά ως φυσιολογικότητα το να επιδοτείται η συνδικαλιστική οργάνωση για να απεργεί κατά της εταιρείας ή να εργάζεται «μέχρι τις 11» η δημόσια «υπερεσία». Θεωρούσαμε δικαίωμα των εργαζομένων να απεργούν (συνήθως πριν από τριήμερο) και να πληρώνονται ή να λαμβάνουν δικαιωματικά το «επίδομα έγκαιρης προσέλευσης» ή το κορυφαίο «επίδομα πλυσίματος χεριών». Στο σύνολό της η δημόσια διοίκηση έχει δομηθεί ως ένα απέραντο φρενοκομείο.

Οι δε Υπουργοί-αρμόδιοι για την εύρυθμη λειτουργία αυτού του μπάχαλου, ζούσαν τον μύθο τους. Θεωρούσαν και εκείνοι φυσιολογικό το να μοιάζει ο τομέας ευθύνης τους με «το μεγάλο μας τσίρκο». Απολάμβαναν τα προνόμια, τους οδηγούς, τη φρουρά και πάνω απ’ όλα τα εγκαίνια. Με μουσαμάδες ή μακέτες.

Αυτό είχε φυσικά επίπτωση και στη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα. Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που ήταν χρεωμένοι με εποπτικά καθήκοντα, έκαναν πλημμελώς τη δουλειά τους. Με το αζημίωτο πάντα. Όσοι από την άλλη μεριά έπρεπε να εξυπηρετούν τους πολίτες-επαγγελματίες, απέκτησαν σταδιακά μια μορφή εξουσίας επάνω τους. Η εξυπηρέτηση δεν ήταν δεδομένη αλλά εναπόκειτο στην καλή θέληση του υπαλλήλου. Ο οποίος μάλιστα μπορούσε να «έχει πεταχτεί κάπου για λίγο. Περάστε αύριο».

Οι δε Υπουργοί πολύ συχνά αδιαφορούσαν για το αν οι υφιστάμενοί τους σχολίαζαν την ανεπάρκειά τους. Αδιαφορούσαν ή απειλούσαν όποιον εξέθετε τις «επικίνδυνες σχέσεις» τους με εργολάβους και νταραβεριτζήδες. Κρύβονταν πίσω από δαιδαλώδεις συμβάσεις και «σπάσιμο» των έργων με στόχο τις απευθείας αναθέσεις. Είχαν επίγνωση του εφήμερου και έπαιρναν το ρίσκο. Εμείς τους ψηφίζαμε, αξιολογώντας κυρίως το «τουπέ» τους και φυσικά το προσωπικό συμφέρον μας.

Και μετά ήρθαν τα μνημόνια. Οι φιλελέδες αναθάρρησαν ότι οι κουτόφραγκοι θα μας βάλουν τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι και επιτέλους θα γίνουμε κράτος. Αυτή είναι η διαχρονικότερη προσδοκία από τη δημιουργία του έθνους και έπειτα. Οι δανειστές φυσικά έστειλαν ως επόπτες υπαλλήλους, σε μια μετάθεση που ήταν «στην πινέζα». Εκείνοι έκαναν τη δουλειά τους χωρίς να σκοτίζονται ιδιαίτερα για το αποτέλεσμα, αρκεί να «βγαίνουν» τα νούμερα στα «εξελάκια» τους. Έζησαν ζωάρα «στην ομορφότερη χώρα του κόσμου», έκαναν εκδρομές στη «μύκο-νόοοος» μερικοί έπιασαν και γκόμενες για να ζήσουν πλήρως το «Greek Dream. Μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν (τουλάχιστον όχι στο απαιτούμενο εύρος) και όπου δεν έβγαιναν τα νούμερα, οι φορολογούμενοι έβαλαν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη με επιλογή της προστάτιδας του κρατισμού, προοδευτικής αριστεράς.

Σ’ αυτό το κύμα της κοινωνικής απαίτησης για μεταρρυθμίσεις ανέβηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Έκανε διάφορες τομές και επιχείρησε να αλλάξει δεδομένα δεκαετιών. Όπου όμως συνάντησε σθεναρή αντίδραση από «σκληρούς κ%^$όληδες», αποφάσισε ότι μπορεί να αφήσει τις αλλαγές γι’ αργότερα. Όπως συνήθως συμβαίνει όταν πατάς σε δυο βάρκες απογοήτευσε τους πάντες. Και εκείνους που δεν ήθελαν ν’ αλλάξει τίποτα αλλά και εκείνους που ζητούσαν «αλλαγή εδώ και τώρα». Όλοι νιώθουν προδομένοι.

Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη αποκάλυψε και πάλι ένα μέρος από το μπάχαλο που επικρατεί κατά κανόνα στη χώρα. «Πάλιουρες» που ήθελαν να κάνουν αμέριμνοι τριήμερο, άσχετος υπάλληλος – ρουσφέτι που ήξερε ότι πρέπει να «πήξει» μέχρι να παλιώσει κι αυτός, ένας γιατρός που χορήγησε αναρρωτική χωρίς εξέταση, ένα μαγικό χέρι που έσβησε το παρουσιολόγιο με μπλάνκο και δεκάδες στελέχη με παχυλούς μισθούς αλλά χωρίς αξιολόγηση και ευθύνες για τίποτα.

Ο χρόνος ξαναπάγωσε με το δυστύχημα. Η κοινωνία σοκαρίστηκε. Δεν ήξερε βλέπετε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δίνουν στους συναδέλφους τους τις κάρτες για να τις χτυπήσουν. Αγνοούσε ότι οι Υπουργοί είναι πρώτοι στη φιέστα αλλά συνήθως ανίκανοι για το αυτονόητο. Δεν φανταζόταν ότι διαπλεκόμενοι εργολάβοι θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά των πολιτών για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.

Τώρα όλοι ζητούν αλλαγή. Ακόμη και η αριστερά, αυτή που για δεκαετίες υπερασπίστηκε με κόπο και αίμα τα «κεκτημένα». Το ίδιο και η δεξιά, αυτή που πάσχισε για να γίνουν «κεκτημένα» όσα λαχταρούσαν τα δικά της παιδιά. Έτυχε απλώς το δυστύχημα να γίνει στη βάρδια της δεξιάς και γι’ αυτό η αριστερά αποφάσισε ότι είναι ώρα να καταγγείλει τα κακώς κείμενα.

Κανείς όμως δεν είναι έτοιμος να τα βάλει με το θηρίο. Με τη Λερναία Ύδρα του τσίρκου που ονομάζεται ελληνικό κράτος. Όλοι ζητούν αξιοκρατία, όπως γίνεται «σε κάθε δυτικό κράτος». Δεν θέλουν όμως ν’ ακούσουν ούτε κουβέντα γι’ αξιολόγηση. Ως δικλείδες ασφαλείας θεωρούν μαγικά συστήματα που θα αποτρέπουν το «ανθρώπινο λάθος». Ακόμη και αν οι υπάλληλοι δεν είναι στη θέση τους. «Δεν φταίει ο σταθμάρχης» θα υποστηρίζουν, χωρίς να παίρνουν θέση για το αν φταίει ή όχι ο δεύτερος σταθμάρχης που έφυγε για να πάρει σουβλάκια.

Αρνούνται να δεχτούν τον έλεγχο από τις φασιστικές κάμερες, ακόμη και αν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένες. Δεν δέχονται ότι υπάρχει άλλη γνώμη, οπότε υποχρεωτικά απεργούν όλοι άμα το αποφασίσει το σωματείο και κλείνουν τους δρόμους και τις επιχειρήσεις θεωρώντας ότι μπορεί να είναι μια χούφτα συνδικαλιστές αλλά εκφράζουν «παλλαϊκά αιτήματα ή θα έπρεπε να εκφράζουν αλλά «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει το συ(ν)φέρον του».

Τίποτε δεν θ’ αλλάξει. Η δικαιοσύνη θα συνεχίσει να αφήνει ανενόχλητους τους φτωχοδιάβολους κλέφτες χαλκού και επίσης θα αποδέχεται ως φυσιολογικό το να δουλεύουν ανενόχλητοι οι μεγαλέμποροι-κλεπταποδόχοι. Οι συνδικαλιστές που αντιδρούσαν στην εγκατάσταση τηλεματικής θα κουνούν το δάχτυλο και θα εμφανίζονται δικαιωμένοι γιατί «τα έλεγαν». Οι δε αποφάσεις των δικαστηρίων θα συνεχίσουν να κρατούν ομήρους για δεκαετίες τους πολίτες. Αθώους και ενόχους. Πέρασε σχεδόν στα ψιλά ότι η απολογία του σταθμάρχη καθυστέρησε «γιατί χάλασε ο εκτυπωτής στο γραφείο της ανακρίτριας». So Greek, που θα έλεγαν έκπληκτοι οι κουτόφραγκοι.

Οι πολιτικάντηδες θα συνεχίσουν να κάνουν ρουσφέτια και οι πολίτες (που κατακεραυνώνουν τέτοιες πρακτικές) θα φιλούν το χέρι του βουλευτή για μια θέση μετακλητού για τα παιδιά τους.

Οι δημοσιογράφοι και οι τηλεμαϊντανοί θα συνεχίσουν το μεγάλο ταξίδι τους στον γελοίο λυρισμό. Δραματικές μουσικές θα ντύνουν τα ρεπορτάζ τους. Εικασίες και υπερβολές μέχρι να ξεχαστεί το θέμα. Και όταν ξεχαστεί; Όσοι λίγοι-nerds της αλήθειας επιμένουν να αναφέρουν τη γελοιότητα της κατάστασης θα χαρακτηρίζονται γραφικοί. Εκτός από φιλελέδες. Μέχρι την επόμενη αφορμή για να πέσουμε συλλογικά από τα σύννεφα. Μέχρι την επομένη αποτύπωση της τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που δυστυχώς είναι συνεχής.