Εκατό χρόνια μετά τη Μεγάλη Καταστροφή: Στα marginalia μιας σχεδόν ενιαίας άποψης

0
64

Όπως επανειλημμένα έχουμε γράψει με αφορμή τη χρονιά που πέρασε, την οποία η κυβέρνηση την είχε χαρακτηρίσει«Έτος Ιάκωβου Καμπανέλλη» γίναμε μάρτυρες του πως ο σύγχρονος ελληνισμός αντιμετωπίζει την ιστορία του. Του πως η εξουσία, η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, οι επίσημοι ιστορικοί κατανοούν και αντιμετωπίζουν τη σημαντικότερη στιγμή της νεότερης ιστορίας: τη Μικρασιατική Καταστροφή με ένα σύνολο αγνοουμένων που ξεπερνά τις 800.000 άτομα μόνο από τη μικρασιατική χερσόνησο.

Και ενώ πλεόν σήμερα στη διεθνή ιστοριογραφία έχει γίνει αποδεκτό ότι την περίοδο 1914-1923 πραγματοποιήθηκε από τον τουρκικό εθνικισμό γενοκτονία κατά των ρωμαίικων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και των Αρμενίων και των Ασσυροχαλδαίων.  H πιο πρόσφατη από μια σειρά τέτοιων εκδόσεων έγινε από τις εκδόσεις Routledge με τίτλο «The genocide on the Christian populations in Ottoman Empire and its aftermath (1908-1923)» με την επιμέλεια του κορυφαίου Τούρκου ιστορικού Taner Aksam και δύο ημέτερων.  Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους Νεοέλληνες ιδεοληπτικούς! 

Το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας

Είναι γνωστό το τι πέρασαν τις δεκαετίες που ακολούθησαν την Καταστροφή οι πρόσφυγες στην Ελλάδα. Απλώς αυτό που περίμενε κανείς είναι ότι τόσες δεκαετίες μετά θα υπήρχε η στοιχειώδης ενσυναίσθηση να αντιμετωπίσουν εκείνη την ιστορική εποχή με ένα διαφορετικό βλέμμα, που θα καθοριζόταν από την αποϋποκειμονοποιημένη  ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων. Αυτό βεβαίως δεν το είδαμε. Η πολιτική κληρονομιά που κουβαλούσαν διάφοροι φορείς και πρόσωπα καθόρισαν το πλαίσιο αντίληψης για την τότε εποχή.

Από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, έως το ΚΚΕ και μια σειρά τριτοδιεθνιστικών κατάλοιπων πίστευαν ότι για ότι έγινε τότε ήταν απόρροια των ιδεοληψιών που κληρονόμησε στην ελληνική πολιτική αντίληψη ο Κωλέττης το 1844 με το ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας.

Ο Μητσοτάκης με αφορμή την παρουσίαση ενός βιβλίου έγραψε ότ η Μικρασιατική Καταστροφή οφειλόταν  στο γεγονός ότι οι Έλληνες στρατιώτες: «”… βρέθηκαν μακρυά από τα σπίτια τους, σε μια εθνική περιπέτεια που προκάλεσε ο μεγαλοϊδεατισμος, η δημαγωγία και ο κακός σχεδιασμός ….”».

Και αυτές οι απόψεις αναπαράγονται και από ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι είναι μαρξιστές, δηλαδή ότι προσεγγίζουν τα κοινωνικά φαινόμενα με βάση τις αντικειμενικές ταξικές σχέσεις, τις αντιπαραθέσεις που προκύπτουν από τις αντιφάσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών και από τις μεγάλες νομοτέλειες της ανθρώπινης εξέλιξης. Και να πεις ότι δεν υπάρχουν οι όντως μαρξιστικές αναλύσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Δημήτρη Γληνού και του Γιώργου Σκληρού!

Αναλύσεις που οδηγούν σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που σήμερα παρουσιάζουν δημοσίως ο Μητσοτάκης, το ΚΚΕ ή το… Marginalia!

Γιατί αφορμή για τούτο το σημείωμα είναι ένα αφιέρωμα στους πρόσφυγες του 1922 ενός διαδικτυακού περιοδικού με τον όνομα «Marginalia» που υποτίθεται ότι βρίσκεται στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Δεδομένο και γνωστό βέβαια είναι ότι στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις.  

Γιατί οι πρόσφυγες έγιναν πρόσφυγες;

Έτσι λοιπόν το καλό αυτό διαδικτυακό περιοδικό αποφάσισε να κάνει και αυτό ένα αφιέρωμα στους πρόσφυγες του ’22. Είναι της μόδας βεβαίων να μιλάς για τους πρόσφυγες!. Αλλά όσον αφορά το θέμα των Ελλήνων προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής υπάρχει ένα θέμα με το ερώτημα: «Γιατί οι πρόσφυγες έγιναν πρόσφυγες;».

Στο σημείο αυτό επιλέγουν να ορίσουν ως σημείο απαρχής της ιστορίας τον Μάη του 1919, όταν ο ελληνικός στρατός ως συμμαχικός μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέλαβε τον έλεγχο της περιοχής της Σμύρνης. Παράλληλα επιστρατεύεται ως ιδεολογικό πλαίσιο και αιτία της τραγωδίας ο ελληνικός «μεγαλοϊδεατισμός».

Τα όσα έγιναν προηγουμένων ή αποσιωπώνται ή υποβαθμίζονται. Νεότουρκοι, γενοκτονίες μη μουσουλμανικών κοινοτήτων, Εθνικός Διχασμός, Α’ παγκόσμιος Πόλεμος, αντικειμενικό τέλος της ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έλευση εθνών-κρατών, είναι σχεδόν ανύπαρκτα θέματα στην εν λόγω προσέγγιση.   

Έτσι λοιπόν στο αφιέρωμα αυτό, που είχε και εξαιρετικά άρθρα, τα βασικό εισαγωγικό κείμενο που περιέγραφε το ιστορικό πλαίσιο ανέλαβε να το καλύψει ο Τάσος Κωστόπουλος, μέσα από μια συνέντευξη. Όμως ο Κωστόπουλος είναι γνωστός αρνητής της Γενοκτονίας των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Νεότουρκους με θέσεις που τον έφεραν σε έντονη αντιπαράθεση στο παρελθόν με τις προσφυγικές οργανώσεις.

Είναι σαν να γίνεται ένα αφιέρωμα στους επιζώντες του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, και οι επιμελητές να προτείνουν στον Ντέιβιντ Ίρβινγκ, έναν ενεργό αρνητή του Ολοκαυτώματος, να τους περιγράψει το ιστορικό πλαίσιο.

Σε μια προσωπική κριτική που είχα ασκήσει στις θέσεις του Κωστόπουλου όπως παρουσιάστηκαν στο βιβλίο του «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση», αλλά και σε πολλά δημοσιευμένα κείμενά του, είχα γράψει τα εξής υπό τον τίτλο «Η… εθνοκάθαρση του  Τάσου Κωστόπουλου»:

Η σημαντικότερη περίπτωση της «πριμιτίφ» αναθεωρητικής σχολής που ξεκινά από τις θέσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και αποθεώνεται στα απλοϊκά κείμενα του Γ. Νακρατζά, είναι η προσέγγιση του Τάσου Κωστόπουλου, όπως διατυπώθηκε στο βιβλίο του «Πόλεμος και εθνοκάθαρση».

Ο Κωστόπουλος δεν αμφισβητεί, όπως ο Νακρατζάς, τη γενοκτονία των Αρμενίων. Η αναθεωρητική του προσπάθεια περιορίζεται στην περίπτωση των Ελλήνων της Ανατολής. Προσπαθεί κατ΄ αρχάς να ενοχοποιήσει πολιτικά και ιδεολογικά το κίνημα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας, τοποθετώντας το στο χώρο του εθνικισμού και της Δεξιάς. Αποκρύπτει το γεγονός ότι η Ομάδα των «Ιταλών» που πρωτοστάτησε τότε, ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, καθώς και το γεγονός ότι υπήρχε και μια σημαντική ομάδα που προερχόταν από την τότε εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και συνέβαλε αποφασιστικά στη ριζοσπαστικοποίηση του ποντιακού χώρου. Αποκρύπτει επίσης ότι εκείνη την περίοδο το κίνημα αυτό συνάντησε τη σκληρή αντίσταση της τότε Δεξιάς, η οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποτρέψει το γεγονός της αναγνώρισης. Η συκοφαντία του δημοκρατικού κινήματος των πολιτών εξυπηρετεί εξαρχής αναγνωρίσιμα συμφέροντα, που κάποια θίχτηκαν στην περί «Ιού» ενότητα.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Κωστόπουλος προσεγγίζει τα αιτήματα και το υπαρκτό κοινωνικό κίνημα των προσφυγικών οργανώσεων, θυμίζει την υπεροψία των ακολούθων των  αποικιοκρατικών ελίτ, σε σχέση με τους απόβλητους (και ολίγον εθνικιστές, που θα έλεγε και ο Έντουαρντ Σάιντ) ιθαγενείς. Διαθέτει  όμως την ευφυία -που λείπει από τον Γ. Νακρατζά. Έτσι εντοπίζει τα υπαρκτά προβλήματα που κληροδότησε στο προσφυγικό κίνημα μια υπερβολική και αναποτελεσματική διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος, όπως αυτό συνέβη με την υπερεκτίμηση των πληθυσμιακών μεγεθών, καθώς και του αριθμού των θυμάτων.

Όμως το γεγονός αυτό της μεγένθυνσης των πληθυσμών και των απωλειών συναντιέται σε όλες τις ομάδες που έχουν υποστεί γενοκτονία, από τους Αρμένιους μέχρι τους Εβραίους. Ο Κωστόπουλος το θεωρεί ως αποκλειστική συμπεριφορά των Ποντίων και το αναδεικνύει σε πρωτεύον γεγονός. Αναδεικνύοντας παράλληλα και πολλές από τις δημοσιογραφικές υπερβολές,  προκαταβάλλει εξαρχής, εντέχνως, τους αναγνώστες του. Επίσης ασκεί κριτική στον ΟΗΕ, για την ελαστική διατύπωση του διεθνούς νομικού όρου για το έγκλημα της «Γενοκτονίας».

Στη συνέχεια τα πράγματα αποδεικνύονται εύκολα: Επικαλείται τους  «ειδικευμένους ερευνητές» του Κ.Μ.Σ. (Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών) που είχαν αποφανθεί ότι καμιά γενοκτονία δεν είχε πραγματοποιηθεί (δες στο β’ μέρος του αφιερώματος στον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό). Αποκλείονται πηγές «ενοχλητικές», όπως τα στοιχεία που προσφέρουν οι Τούρκοι ιστορικοί (Taner Alsam, Hamit Bozarslan, Fuat Dudar) για την προαπoφασισμένη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κεντρικά οργανωμένη γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών. Αποκλείονται επίσης πηγές που αναφέρονται στην επίσημη απόφαση των νεότουρκων για εξόντωση των ανεπιθύμητων πληθυσμών, όπως και τα διπλωματικά έγγραφα της περιόδου 1914-1918 με τα οποία οι σύμμαχοι των Νεότουρκων ομολογούν ότι διαπράττεται στον Πόντο σφαγή αντίστοιχη μ’ αυτή των Αρμενίων.

Το κείμενο του Κωστόπουλου είναι αποκαλυπτικό των μεθόδων που χρησιμοποιεί μια πολιτική ομάδα για να τεκμηριώσει τις προειλημμένες αποφάσεις της. Από το σύνολο των πηγών επιλέγει μόνο τις χρήσιμες  και τις συνθέτει με τέτοιο τρόπο, ώστε να τεκμηριώνει το προαποφασισμένο συμπέρασμα.

Το «Παράρτημα Γ’» του βιβλίου του Κωστόπουλου, που αφορά τόσο τη Γενοκτονία στον Πόντο όσο και τη Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο  ειδικής μελέτης για να καταγραφούν αναλυτικά οι τεχνικές και οι μεθοδολογικές παραλήψεις, που χρησιμοποιεί η πλέον εκλεπτυσμένη εκδοχή του εμπαθούς αντιπροσφυγικού αναθεωρητισμού, καθώς και οι ιδεολογικές διαστρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν έναν εκσυγχρονισμένο παλαιοελλαδίτικο λόγο.

Μια κριτική από τον Στέργιο Θεοδωρίδη

Καταλυτική κριτική με καυστικό τρόπο στις προκαταλήψεις και τις στρατευμένες ιδεοληψίες του Κωστόπουλου ασκεί ο Στέργιος Θεοδωρίδης σε ένα παλιότερο δημοσίευμα στο ιστολόγιο «Πόντος και Αριστερά»:

«Αλλά ας δούμε την συμπεριφορά του για το ζήτημα του Πόντου. Εδώ ξεκινάει επίσης με μια προειλημμένη απόφαση. Τίτλος στο σχετικό παράρτημα: “ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ” ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ?. Εμ εισαγωγικά, εμ ερωτηματικό!!! (το καταλάβαμε ρε Κωστόπουλε..το καταλάβαμε..)  Ήδη από την αρχή του κειμένου μιλάει για “γενοκτονία” (σε όλο αυτό το σχετικό κεφάλαιο τα εισαγωγικά πάνε σύννεφο) και “lobbying” για την αναγνώριση από την βουλή της γενοκτονίας.

Επιπλήττει δε την αριστερά συνολικά για το “ολίσθημά” της “.. γιατί συντάχθηκαν με την πλειοψηφία της βουλής «..”αναγνωρίζοντας” την “γενοκτονία”…» .

Τα ρίχνει στον ΟΗΕ γιατί «..ο νομικός ορισμός…για την γενοκτονία είναι προβληματικά ευρύς..» (φυσικά κατά την άποψή του η προβληματικότητα του όρου ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων της Ανατολής και όχι για τους Αρμένιους, τους Εβραίους ή τους Τσιγγάνους).

Προσπαθεί να πλήξει αυτούς που έχουν ασχοληθεί με την γενοκτονία στον Πόντο, τους παλαιούς γιατί πρόκειται εν πολλοίς για αυτοβιογραφίες που «..η φερεγγυότητά τους ποικίλει..» , τους δε νέους τους κατατάσσει συλλήβδην στο εθνικιστικό αντικομμουνιστικό στρατόπεδο (πολύ “επιστημονικό” αυτό).!!!

Βέβαια ο κος Κωστόπουλος αποφεύγει σαν ο διάολος το λιβάνι το όνομα Ενεπεκίδης. Του οποίου η έρευνα από το 1959 ως γνωστόν αφορά αρχεία όχι ελληνικών ή οθωμανικών πηγών τα οποία μπορεί και να υπερβάλλουν, αλλά αρχεία της Αυστροουγγαρίας (πρεσβευτές, πρόξενοι κλπ) συμμάχου τότε της Τουρκίας.

Επίσης είναι γνωστό ότι αυτήν την έρευνα του Ενεπεκίδη προσπάθησε να αποτρέψει ζητώντας από την αυστριακή κυβέρνηση την μη πρόσβασή του σε αυτά τα αρχεία, ο μη εθνικιστής και μη αντικομμουνιστής υπουργός τότε εξωτερικών Ε. Αβέρωφ (πω πω τι είναι αυτά που λέει ο στόμας μου.. «φωτιά και τσεκούρι» θα με πέσει να με κάψει..»).

Ο λόγος της επιμελέστατης παράλειψης; Με την επιμελέστατη παράλειψη αυτών των στοιχείων (που κάθε άλλο παρά «φιλοελληνικά» θα μπορούσαν να είναι γιατί όπως είπαμε η Αυστροουγγαρία ήταν σύμμαχος της Τουρκίας τότε) από μεριάς Κωστόπουλου δε θα του έδενε ο σουρβάς των 54 σελίδων που αφιέρωσε στο θέμα.

* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας , συγγραφέας.