Γιατί οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τα Τέμπη δείχνουν φθορά του δικομματισμού;

0
46

Η σύγκρουση τρένων στα Τέμπη, οι πολιτικές ευθύνες και η φθορά του δικομματισμού στις εκλογές

Μπορεί η εικόνα των πρώτων δημοσκοπήσεων που έχει στα χέρια της η Κυβέρνηση να είναι ιδιαίτερα θολή καθώς η μνήμη του δυστυχήματος στα Τέμπη είναι ακόμη νωπή, όμως δεν είναι απαραίτητο να μελετήσει κανείς τα ακριβή νούμερα για να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα.

Αναμφίβολα η Κυβέρνηση πληρώνει δημοσκοπικά τη μερική ατολμία της να συγκρουσθεί με διάφορα κατεστημένα. Οι πολίτες θα μπορούσαν να κατανοήσουν την πιθανή καθυστέρηση στην εγκατάσταση ενός high tech συστήματος κυκλοφορίας των τρένων. Όμως όσα έρχονται στο φως της δημοσιότητας σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του ΟΣΕ ή του ΕΣΥ στη συνέχεια, δεν ενισχύουν την άποψη του ανθρώπινου λάθους. Αντίθετα ενισχύουν την άποψη ότι η Κυβέρνηση είδε το βουνό των προβλημάτων στον ΟΣΕ και την παραλυσία στις δομές και τις λειτουργίες του Δημοσίου εν γένει, αλλά αποφάσισε να μην συγκρουσθεί αλλάζοντας το status quo. Όπως δηλαδή έκανε σε διάφορες άλλες περιπτώσεις. Από την εφαρμογή του νόμου για τις πορείες που η ίδια ψήφισε (δεν ήθελε να τα βάλει με τους ξεδοντιασμένους συνδικαλιστές) μέχρι την πανεπιστημιακή αστυνομία (δεν ήθελε να τα βάλει με τους φοιτητοπατέρες και την αριστερά) και από την αξιολόγηση των Δημοσίων Υπαλλήλων (όλοι 10) μέχρι την τοποθέτηση δικών μας παιδιών σε όλα τα πόστα.

Η βολική απάντηση είναι ότι «δεν αλλάζουν όλα σε μια τετραετία» ή ακόμη χειρότερα αποτυπώνεται στο κλισέ «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού». Αν ωστόσο είναι ανέφικτο να αποτρέψεις μια μετωπική τρένων το 2023, τότε μάλλον αυτή η ρητορική υπονομεύει το μεταρρυθμιστικό προφίλ που προσεκτικά επιχείρησε να σφυρηλατήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Και η αξιωματική αντιπολίτευση όμως τρώει ξώφαλτσα μερικά πυρά για το ίδιο θέμα. Λιγότερα βέβαια. Φαίνεται στις δημοσκοπήσεις όπου δεν καταφέρνει να κερδίσει τη δυσαρέσκεια προς την Κυβέρνηση. Μπορεί τώρα οι συριζαίοι να βγαίνουν απ’ τα ρούχα τους, όμως οι πολίτες κατανοούν το υποκριτικόν της αγανάκτησης. Δεν είναι μόνο όσα έρχονται στο φως της δημοσιότητας για τον Χρήστο Σπιρτζη. Ούτε καν το απροκάλυπτο μπλόκο στις τηλεοπτικές εμφανίσεις του πρώην Υπουργού Μεταφορών που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.

Η δημοσκοπική φθορά προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι η κοινωνία ζητά επιτακτικά αλλαγή, ο ΣΥΡΙΖΑ καμώνεται πως την εκφράζει, αλλά ουσιαστικά έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι ο φύλακας άγγελος του πελατειασμού και ενός παραλυμένου μεταπολιτευτικού μοντέλου. Αυτού του μοντέλου που υπηρέτησε για πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ αλλά και η «λαϊκή» Νέα Δημοκρατία. Ένα κράτος λάφυρο, με ρουσφέτι, δικά μας παιδιά και πιθανό σύνθημα το “εμπρός… για πίσω”. Αυτούς επιχείρησε να προστατεύσει η (μ)προοδευτική παράταξη. Το έκανε δε εμφατικά ενσωματώνοντας από τον πράσινο Φωτόπουλο της ΓΕΝΟΠ μέχρι τον γαλάζιο Λυμπερόπουλο των ταξί.

Οι ψήφοι, έστω και εν μέσω οργής, φαίνεται να πηγαίνουν σε αντισυστημικά κόμματα. Τουλάχιστον έτσι αποτυπώνεται δημοσκοπικά. Και ποιος μπορεί να δώσει άδικο στους πολίτες. Ζητούν επιτακτικά να αλλάξει αυτό το σαθρό σύστημα, αλλά οι κυβερνήσεις με διάφορες προφάσεις αποφεύγουν τις αλλαγές. Όχι ότι είναι σίγουροι πως θα τις κάνουν οι Βελόπουλοι, οι Βαρουφάκηδες, οι Κουτσούμπες και οι Μπογδάνοι. Όμως οι πολίτες αναζητούν μια διέξοδο.

Στις (λίγες σε κάθε περίπτωση) ημέρες που απομένουν μέχρι τις εκλογές, το επικοινωνιακό παιχνίδι θα παιχτεί σε πολλά επίπεδα. Η μεν Κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αμβλύνει τις εντυπώσεις σε σχέση με το μερίδιο ευθύνης της. Όσο και αν δεν πουλάει τόσο όσο παλιότερα, θα επιστρατεύσει το «παραλάβαμε καμένη γη».  Ο δε ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει ένα ακόμη κρεσέντο λυρισμού συνοδευόμενο από έντονες διαμαρτυρίες. Διαμαρτυρίες που θέλει να τις εμφανίσει ως κινηματικές αλλά όλοι γνωρίζουν ότι τις υποδαυλίζει. Το έκανε με τον Κορωνοϊό, θα το κάνει και με τα θύματα των Τεμπών.

Αυτά όμως τα τερτίπια αρκούν μόνο για να «μπετονάρουν» τα δύο κόμματα το πραγματικά δικό τους ακροατήριο. Οι «ενδιάμεσοι ψηφοφόροι» θέλουν να αλλάξει αυτό το κράτος που στο μυαλό τους είναι συνυφασμένο με «οίκο ανοχής». Τους ενοχλεί όχι μόνο μετά τις μεγάλες τραγωδίες αλλά και στην καθημερινότητά τους. Όταν δεν εξυπηρετούνται, όταν αδικούνται ακόμη και όταν βλέπουν ότι τα λεφτά τους πηγαίνουν σε μαύρες τρύπες όπως εκείνη του ΟΣΕ.

Ο Μητσοτάκης θα προσπαθήσει να θέσει το δίλημμα: «ποιος μπορεί να αλλάξει καλύτερα το προαναφεθέν κράτος»; Ελπίζει ότι θα υπερνικήσει την οργή και φυσικά τον αντίπαλό του και θα καταφέρει κουτσά στραβά να πάρει την αυτοδυναμία ή μια κυβέρνηση «με κορμό τη ΝΔ». Ο δε Τσίπρας θα συνεχίσει να υπερασπίζεται το χώρο της «παλαιάς Ελλάδας». Παρά τις δικές του κατηγορίες για το «μεταπολιτευτικό κράτος» έχει μόνο έναν καλό λόγο να πει για τον Αντρέα, τον Κώστα ακόμη και το Γιώργο. Πιστεύει προφανώς ότι είναι περισσότεροι οι Έλληνες που θέλουν τον παράδεισο της μεταπολίτευσης.

Ο Μητσοτάκης πιστεύει ότι οι πολίτες θα του δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία, να κάνει όσες μεταρρυθμίσεις δεν τόλμησε στην πρώτη του θητεία. Δικαίως το πιστεύει. Εδώ οι πολίτες έδωσαν δεύτερη ευκαιρία στον Τσίπρα μετά το φιάσκο του Δημοψηφίσματος και την συνακόλουθη κολοτούμπα.

Από την άλλη πλευρά ο Τσίπρας επενδύει και πάλι στην οργή. Ο Φίλης δεν κρατήθηκε και έκανε συγκρίσεις με την εποχή Γργορόπουλου. Δικαίως και εκείνος πιστεύει ότι μπορεί να το ξανακάνει. Αυτή η μέθοδος έφερε την αριστερά σε θέση εξουσίας και την κρατά εκεί. Δεν θα την εγκαταλείψει εύκολα.