Αρθρο του Μ. Καραγιάννη στην «Κ»: Ουκρανικά κέρδη και απώλειες για την Ελλάδα

0
123

Η άφρων απόφαση του καθεστώτος Πούτιν να επιτεθεί στην Ουκρανία έχει αλλάξει ριζικά την αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ επιστρέφει στην αρχέγονη αποστολή αντιμετώπισης του ρωσικού κινδύνου και οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέρχονται στην ευρωπαϊκή ήπειρο ως δύναμη εξισορρόπησης. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ενισχύει την άμυνά της με απώτερο σκοπό τη στρατηγική αυτονομία και η Γερμανία επανεξοπλίζεται για να συνεισφέρει προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης, η ελληνική πλευρά έχει σημειώσει κέρδη και απώλειες που πρέπει να επισημανθούν.

Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας ήταν αδιαμφισβήτητη στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά υπολειπόταν έναντι εκείνης της Τουρκίας που γειτνίαζε με τη Σοβιετική Ενωση. Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως μια κρίσιμη χώρα για την ανάσχεση της ρωσικής επιθετικότητας. Σε αυτό έχει συντελέσει καθοριστικά η αμφιθυμία της τουρκικής ηγεσίας έναντι της Μόσχας. Μέσω ελληνικού εδάφους φτάνει πολύτιμη βοήθεια προς την Ουκρανία, αλλά και τις υπόλοιπες νατοϊκές χώρες των Βαλκανίων.

Η παράκαμψη των Στενών υπονομεύει, εν τοις πράγμασι, τον ρόλο της Τουρκίας ως τοποτηρητή των δυτικών συμφερόντων στη Μαύρη Θάλασσα. Τώρα είναι η Ρουμανία που λειτουργεί ως χώρα πρώτης γραμμής του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Γι’ αυτόν τον λόγο η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων με το Βουκουρέστι πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για την ελληνική διπλωματία. Μέρα με τη μέρα χτίζεται ένας στρατηγικός διάδρομος από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Κωνστάντζα και την Οδησσό. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, λοιπόν, έχει προσφέρει έναν μοναδικό ρόλο στην Ελλάδα, που καλείται να τον αξιοποιήσει με σύνεση και αποφασιστικότητα.

Στις αρνητικές συνέπειες του πολέμου πρέπει να αναφερθούν δύο ζητήματα μεγάλης σημασίας για τη χώρα μας. Πρώτον, οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν φτάσει στο ναδίρ, με ευθύνη πρωτίστως της Μόσχας. Η ρωσική προσπάθεια επηρεασμού της ελληνικής κοινής γνώμης πρέπει να μας προβληματίσει επειδή ήταν καλά οργανωμένη. Από την άλλη, όμως, η αποστολή οπλισμού στην Ουκρανία ήταν μια τολμηρή απόφαση που έχει δημιουργήσει ένα ανυπέρβλητο ψυχολογικό χάσμα με τη Μόσχα. Παρά τις ασφυκτικές συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, η Αθήνα είναι εθνικά ωφέλιμο να διατηρήσει διαύλους επικοινωνίας με τη ρωσική κοινωνία.

Για πρώτη φορά έπειτα από πολλές δεκαετίες η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως μια κρίσιμη χώρα για την ανάσχεση της ρωσικής επιθετικότητας.

Δεύτερον, ο ακμαίος ελληνισμός της Αζοφικής έχει δεχθεί ένα συντριπτικό πλήγμα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του υπουργείου Εξωτερικών, η ελληνική κοινότητα έχει κατακερματιστεί και απειλείται με εξαφάνιση. Η Αθήνα πρέπει να συμπαρασταθεί με όλα τα διαθέσιμα μέσα στους ομογενείς, από όποια πλευρά των συνόρων και αν τελικά αυτοί βρεθούν. Πρόκειται για ένα ηθικό χρέος που πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να αρχίσει να εκπληρώνει, χωρίς άλλη καθυστέρηση.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι μέλλει γενέσθαι από εδώ και πέρα. Ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι να νικήσει μία από τις δύο εμπόλεμες πλευρές ή μέχρι το κόστος από τη συνέχιση των επιχειρήσεων γίνει δυσβάσταχτο για όλους. Ωστόσο, η αντιπαράθεση της Δύσης με το καθεστώς Πούτιν θα συνεχιστεί και ενδεχομένως θα κλιμακωθεί. Η μόνη επιλογή για την Αθήνα είναι να προκρίνει συστηματικά τον εαυτό της ως τον αξιόπιστο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Μόνο έτσι θα συνεχίσει η ελληνική πλευρά να βρίσκει «ευήκοα ώτα» στην Ουάσιγκτον για τα αιτήματά της.

Αν και είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, ο καταστροφικός σεισμός στην Τουρκία και η ελληνική ανθρωπιστική βοήθεια έχουν οδηγήσει σε μια ύφεση της έντασης. Εάν υπάρχει μια ευκαιρία για μερική εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αυτή δεν θα αργήσει να φανεί στον ορίζοντα. Πάντως, οι σκέψεις για συνεκμετάλλευση ενεργειακών κοιτασμάτων βασίζονται στην εσφαλμένη άποψη ότι η πολιτική έπεται της οικονομίας. Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από την επιστημονική μελέτη διακρατικών διενέξεων εκτός Ευρώπης. Προφανώς η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία και η Τουρκία δεν είναι Γερμανία.

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι πλέον «αιχμάλωτη» της αντιπαράθεσης με τη γειτονική χώρα. Η Ελλάδα εξελίσσεται σε έναν σημαντικό αμυντικό και ενεργειακό κόμβο ανάμεσα σε τρεις ηπείρους. Κερδίζουμε σιγά σιγά τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων. Δεν επιτρέπονται, όμως, εφησυχασμοί και αστοχίες. Εχουμε μπει σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Τα λόγια των Αθηναίων στον διάλογο με τους Μηλίους πρέπει να είναι ο πλοηγός μας για τη δεκαετία που διανύουμε: «Το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται». Τελικά αυτό είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα του πολέμου στην Ουκρανία.

O κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader στη Διεθνή Ασφάλεια στο King’s College London. Το νέο βιβλίο του «Αποτροπή και Αμυνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.