Αρθρο του Γ. Μπαλαμπανίδη στην «Κ»: Πόσο αριστερός είναι ο «μάτσο» αντισυστημισμός;

0
101

Είναι συνήθως άνδρας, μέσης ηλικίας, αψύς και κάπως επιθετικός. Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, μιλάει στον ενικό, τουιτάρει με κεφαλαία γράμματα στα σόσιαλ μίντια ή ξελαρυγγιάζεται στα τηλεοπτικά πλατό. Καταγγέλλει το «σύστημα», αντιλαμβάνεται τους πολιτικούς του αντιπάλους ως εχθρούς, απειλεί με τιμωρίες και φυλακές, υποσχόμενος ότι την επόμενη φορά θα είναι αλλιώς ή ότι θα τους αποκλείσει από την εξουσία μια για πάντα. Είναι περιττό να βάλει κανείς ονόματα στην παραπάνω περιγραφή, καθένας αναγνωρίζει τον συγκεκριμένο ανθρωπότυπο της πολιτικής. Συναντάται και στα δύο μεγάλα κόμματα, συχνά και στα μικρότερα. Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, ούτε προϊόν της κρίσης.

Αν κάπου πρέπει να αναζητήσουμε τις προϋποθέσεις αυτού του πολιτικού ύφους, είναι τουλάχιστον σε δύο επίπεδα. Από τη μία, ένα δομικό πρόβλημα: η πόλωση και ο ανταγωνισμός είναι στοιχεία απαραίτητα –ή αναπόφευκτα– σε μια δημοκρατία· η δική μας δημοκρατία, ωστόσο, δεν διαθέτει μηχανισμούς που να διαμεσολαβούν την όξυνση, όπως ανοιχτά και δημοκρατικά κόμματα (άρα λιγότερο αρχηγοκεντρικά), ένα κοινοβούλιο δημοκρατικής διαβούλευσης ως αντίβαρο στην παντοδύναμη εκτελεστική εξουσία, ένα πάγιο εκλογικό σύστημα που να ευνοεί τη συνεργασία, μια περισσότερο πολυφωνική δημόσια σφαίρα. Από την άλλη, ένα πρόβλημα που οξύνθηκε στη δεκαετία των κρίσεων: η απώλεια πολιτικής εμπιστοσύνης. Η διεύρυνση, δηλαδή, του χώρου που αποκαλούμε «αντισυστημικό», των πολιτών που αισθάνονται «απέξω» και βρίσκονται σε ψυχική απόσταση από το πολιτικό σύστημα, νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται. Εδώ βρίσκουν εύφορο έδαφος φιγούρες που «τα λένε», που εκφράζουν τον απλό άνθρωπο ή μάλλον μια χυδαία και απλουστευτική εκδοχή του.

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά αριστερό ή δεξιό. Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη διαφορά. Συντηρητική πολιτική σημαίνει συνέχιση της τάξης των πραγμάτων που υπήρχε «από πάντα», σεβασμός στην παράδοση, στις ιεραρχίες, εντέλει στο «φυσικό» ανδρικό-πατριαρχικό στοιχείο της πολιτικής. Αντίθετα, η Αριστερά, η προοδευτική πολιτική, θέλει να παρέμβει στον κόσμο για να τον αλλάξει, να φτιάξει κάτι «τεχνητό» εκεί που δεν υπήρχε, να μετασχηματίσει όσα τείνουμε να θεωρούμε «φυσικά». Μέρος της λογικής της είναι, έτσι, να προτείνει ένα προείκασμα του μελλοντικού κόσμου που επαγγέλλεται. Υπό αυτή την έννοια, το προσωπικό στυλ των πολιτικών της Αριστεράς είναι αμιγώς πολιτικό. Μια μάτσο φιγούρα σαν του Παύλου Πολάκη, όμως, παραπέμπει σε έναν κόσμο που μοιάζει πολύ με τον σημερινό. Πολύ περισσότερο, είναι εκτός κλίματος, ενώ γύρω μας αναδύονται ριζοσπαστικά στυλ αριστερής πολιτικής που βρίσκουν τρόπους να μεταδώσουν αποτελεσματικά ένα πολιτικό μήνυμα το οποίο μπορεί να συγκινήσει τους «αντισυστημικούς» πολίτες, σε ένα περισσότερο έλλογο και δημοκρατικό πλαίσιο και στον αντίποδα της παραδοσιακής πολιτικής ή της τοξικής αρρενωπότητας.

Υπάρχουν και ριζοσπαστικά στυλ αριστερής πολιτικής που μεταδίδουν ένα μήνυμα το οποίο μπορεί να συγκινήσει τους «αντισυστημικούς» πολίτες, σε ένα περισσότερο έλλογο και δημοκρατικό πλαίσιο.

Δεν χρειάζεται να φτάσει κανείς μέχρι τις ΗΠΑ ή τη Νέα Ζηλανδία. Εδώ και λίγες μέρες, στη γειτονική Ιταλία, το Δημοκρατικό Κόμμα (Partito Democratico / PD), απόγονος και μετεξέλιξη του μεγάλου ευρωκομμουνιστικού PCI του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, έχει για ηγέτη του μια νεαρή γυναίκα, γεννημένη το 1985, την Ελι Σλάιν. Η Σλάιν είχε συμμετάσχει στις δύο προεκλογικές καμπάνιες του Ομπάμα. Το 2013 είχε συστήσει την πρωτοβουλία #OccupyPD ως αριστερή-κινηματική τάση εντός του Δημοκρατικού Κόμματος. Στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές, επιβεβλημένες μετά την περυσινή ήττα και την ανάδειξη στην πρωθυπουργία της ακροδεξιάς Τζόρτζια Μελόνι, η Σλάιν έγινε η πρώτη γυναίκα ηγέτης μιας παράταξης που παραδοσιακά επιλέγει μεσήλικες άνδρες για αρχηγούς της. Επικράτησε του μετριοπαθούς αντιπάλου της Στέφανο Μπονατσίνι με 53,8% έναντι 46,2%, παρότι εκείνος κέρδισε την πλειοψηφία των μελών του κόμματος· η Σλάιν κέρδισε την καρδιά των πολύ περισσότερων φίλων του κόμματος (ιδίως νέων και αριστερόστροφων, όπως σημειώνει το Politico) που προσήλθαν στις κάλπες, και δη στα μεγάλα αστικά κέντρα σαν το Μιλάνο, το Τορίνο, τη Νάπολη.

Ανοιχτά λεσβία, ευγενική, ατσούμπαλη, η Σλάιν σηματοδοτεί μια ρήξη με την κεντριστική και οικονομικά φιλελεύθερη κληρονομιά του Ματέο Ρέντσι, με μια πλατφόρμα που συνδυάζει την οικονομική ισότητα με τα δικαιώματα και την οικολογία. Απευθύνεται προνομιακά στους εργαζόμενους και στο πρεκαριάτο, μιλάει για τα κοινά αγαθά ενάντια στις ανισότητες και τις ιδιωτικοποιήσεις, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ενσωμάτωση των μεταναστών, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σαν την ίδια. Εν ολίγοις, αντιτάσσει στη μετα-φασιστική Alt-right της Μελόνι μια ισχυρή αριστερή ταυτότητα, οικολογική και φεμινιστική-δικαιωματική.

Και ο Πολάκης και η Σλάιν είναι δύο εκδοχές «αντισυστημικής» πολιτικής. Ενδεχομένως να είναι εξίσου αποτελεσματικές εκλογικά. Η πρώτη δεν λείπει από την ελληνική πολιτική κουλτούρα. Η δεύτερη λείπει ακόμα πολύ, ιδίως στα αριστερά.

Ο κ. Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας.